in

Η Καλύτερη Σεφ του πλανήτη δεν πήγε ποτέ σε σχολή μαγειρικής και ήξερε να βράζει μόνο μακαρόνια

Μόνο δύο Σλοβένες στην ιστορία έχουν καταφέρει να φτάσουν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Η μία είναι η σύζυγος του Αμερικανού Προέδρου, Nτόναλντ Τραμπ, Μελάνια. Η άλλη είναι η Άνα Ρος.

Παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι ενδεχομένως να κάνουν μία γκριμάτσα απορίας στο άκουσμα του ονόματος της η περίπτωση της ιδιοφυούς, αυτοδίδακτης Άνα, η οποία κατάφερε να γίνει η Καλύτερη Σεφ στον Κόσμο για το 2017 χωρίς να έχει πάει ποτέ σε σχολή μαγειρικής και χωρίς να έχει ιδέα για το ξεχωριστό ταλέντο της μέχρι τα 25 της χρόνια.

Η ιστορία της Άνα, της γυναίκας που άλλαξε την ιστορία της γαστρονομίας σε ολόκληρη την Σλοβενία και έκανε όλη τη χώρα να στρέψει για πρώτη φορά το βλέμμα της προς την κουζίνα υψηλών προδιαγραφών, συμπαρασύροντας κι άλλους συμπατριώτες της στο παιχνίδι των γκουρμέ πιάτων, μοιάζει αρχικά να είναι μία ιστορία μαγειρικής. Στην πραγματικότητα όμως είναι η ιστορία ενός μεγάλου, ανιδιοτελούς έρωτα.

Η 45χρονη σήμερα σεφ γεννήθηκε στη μικρή πόλη Šempeter pri Gorici της Σλοβενίας και μεγάλωσε στη συντηρητική οικογένεια των δύο υπερφιλόδοξων γονιών της, οι οποίοι αναγνωρίζοντας από νωρίς την χαρισματική της προσωπικότητα και το εξαιρετικό της μυαλό επένδυσαν πάνω της όλα τους τα προσωπικά όνειρα. Κάπως έτσι η ταλαντούχα Άνα βρέθηκε στην Εθνική Ομάδα Αλπικού Σκι Εφήβων στην Σλοβενία μαζεύοντας τη μία διάκριση μετά την άλλη και στη συνέχεια – μη θέλοντας να ακολουθήσει μία καριέρα στον αθλητισμό – μπήκε στο τμήμα Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Gorizia έτοιμη να ακολουθήσει στις Βρυξέλλες μία λαμπρή καριέρα διπλωμάτη. Όλα έμοιαζαν προκαθορισμένα για τη νεαρή Άνα και οι πάντως τριγύρω της ήταν κάτι περισσότερο από ικανοποιημένοι από τις επιδόσεις και τους βαθμούς του κοριτσιού που έμοιαζε να είναι πάντα μόνο του και να βαριέται τα πάντα.

Η ίδια η Άνα Ρος θυμάται σήμερα πως ολόκληρη η ζωή και οι στόχοι της άλλαξαν ριζικά την ημέρα που η μητέρα της τής ζήτησε να πάνε για φαγητό στο Hiša Franko, ένα ζεστό, οικογενειακό εστιατόριο, βυθισμένο στις καταπράσινες κοιλάδες του Kobarid. Εκείνη την ημέρα, κι ενώ η κοπέλα έπληττε αφόρητα με την ατελείωτη συζήτηση της μητέρας της για το μέλλον της στο διπλωματικό σώμα των Βρυξελλών, ένας σερβιτόρος την πλησίασε και την ρώτησε αν θέλει να πιουν ένα κρασί μαζί, στο μπαρ. Αργότερα, και εν μέσω ενός μπουκαλιού από γλυκό, κόκκινο κρασί, της αποκάλυψε πως είναι ο γιος του ιδιοκτήτη και ότι δουλεύει στο εστιατόριο ως υπεύθυνος της κάβας.

Ανάμεσα στους δυο τους γεννήθηκε γρήγορα ένας μεγάλος έρωτας και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα βρέθηκαν να συγκατοικούν, περνώντας πολύ χρόνο στο εξοχικό Hiša Franko. Την στιγμή που τα όνειρα των γονιών της Άνα έγιναν πραγματικότητα και εκείνη δέχθηκε μία καταπληκτική επαγγελματική ευκαιρία από τις Βρυξέλλες, όλη της η οικογένεια ήταν σίγουρη πως ήταν έτοιμη να ετοιμάσει βαλίτσες για το Βέλγιο. Μόνο που μία άλλη, ιδιαίτερη χρονική συγκυρία είχε τελείως διαφορετικά σχέδια για τη ζωή και την εξέλιξη της, αποφασίζοντας στην ουσία για λογαριασμό της, ερήμην της.

Ήταν η στιγμή που ο πατέρας του συντρόφου του αποφάσισε να βγει στη σύνταξη, αφήνοντας του την αποκλειστική ευθύνη του οικογενειακού εστιατορίου. «Μου πρότεινε να μείνω εδώ, μαζί του και να το δουλέψουμε παρέα. Δεν το σκέφτηκα πολύ για να το πω το ναι. Δεν θα μπορούσα με τίποτα να τον αφήσω μόνο,» εξομολογείται η Άνα στο ντοκιμαντέρ του Netflix Chef’s Table, όπου αφηγείται τη ζωή της και την πορεία της προς την κορυφή. Παράλληλα θυμάται την απογοήτευση και την οργή του πατέρα της, ο οποίος μόλις συνειδητοποίησε πως δεν πρόκειται να της αλλάξει γνώμη απλά επέλεξε να σταματήσει κάθε επικοινωνία μαζί της. «’Οταν είσαι μικρό παιδί οι γονείς σου είναι η πρώτη, μεγάλη σου αγάπη. Αυτή η σιωπή από μέρους του με πόναγε, με πόναγε βαθιά. Ήθελα να του αποδείξω ότι μπορώ να γίνω ακόμα σπουδαία. Αλλά με τον τρόπο που εγώ θα επιλέξω».

«Την πρώτη φορά που άνοιξα την πόρτα και μπήκα στην κουζίνα του Hiša Franko ήξερε ότι η ζωή μου δεν θα ήταν ποτέ πια η ίδια. Το λογικό θα ήταν σεφ να γίνει ο σύζυγος μου, όμως αφού εκείνος είχε ήδη όλο την ευθύνη του κελαριού ο κλήρος έπεσε σε μένα. Εκείνη την εποχή το μόνο που ήξερα να κάνω με μία κατσαρόλα ήταν να βράζω μακαρόνια. Τίποτα άλλο,» θυμάται η Άνα μέσα από την κουζίνα του εστιατορίου της και εξηγεί ότι τα πρώτα χρόνια η κατάσταση ήταν κάτι περισσότερο από δραματική. Σταδιακά έπαψαν να πηγαίνουν στο εστιατόριο ακόμα και οι πιο πιστοί και σταθεροί πελάτες, εκείνοι που ήξεραν προσωπικά την οικογένεια και την αγαπούσαν. Ήταν μία πανωλεθρία.

Το ζευγάρι μην έχοντας άλλη επιλογή και μην ξέροντας τι άλλο να κάνει συνέχισε να προσπαθεί να αναστήσει την επιχείρηση του, αυτή τη φορά όμως προς μία διαφορετική κατεύθυνση. Αποφάσισε να κινητοποιηθεί και να μάθει για τη δουλειά όσα αγνοούσε. Άρχισαν να ταξιδεύουν – πάντα μαζι – με το μικρό τους αυτοκίνητο σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και να δοκιμάζουν πιάτα και γεύσεις άγνωστες στη μικρή τους, απομονωμένη Σλοβενία. «Μέχρι τη στιγμή που γίναμε ανεξάρτητο κράτος, σε αυτή τη χώρα δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα.

Τίποτα δεν προχωρούσε, τίποτα δεν εξελισσόταν, κανείς δεν ήθελε να μάθει τίποτα για το οτιδήποτε,» παραδέχεται η Ρος μιλώντας στην κάμερα. Φυσικά, κανείς δεν ενδιαφερόταν ούτε για το πραγματικά καλό φαγητό, η οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από την γαστρονομία φάνταζε στα αυτιά των Σλοβένων παρανοϊκή και εκτός πραγματικότητας. Με την Άνα αυτό άλλαξε. Αποφάσισε να κλειστεί σε μία βιβλιοθήκη και να κάνει αυτό που πάντα ήξερε να κάνει καλύτερα απ’ ότιδήποτε. Να διαβάσει. «Διάβασα ό,τι μπορούσα να βρω. Για υλικά, πολύπλοκες παρασκευές, τρόπους ψησίματος. σφαιροποίηση. Και βελτιωνόμουν συνεχώς».

Πολύ σύντομα η διαφορά φάνηκε και στο μενού του Hiša Franko, του καλύτερου πλέον εστιατορίου σε ολόκληρη την Σλοβενία, ένα μέρος όπου ο κόσμος ταξιδεύει προκειμένου να δοκιμάσει το καταπληκτικό μενού της Καλύτερης Γυναίκας Σεφ του Πλανήτη σύμφωνα με το “Τhe Word’s 50 Best”. Ήταν εκείνη που βρήκε τον τρόπο να συνδυάσει τα παραδοσιακά πιάτα της χώρας της με μία πιο μοντέρνα γαστρονομική οπτική, δημιουργώντας τα ευφάνταστα, πανέμορφα πιάτα που την έστειλαν κατευθείαν στη λίστα με τους κορυφαίους μάγειρες  του 21ου αιώνα.

Η Ρος χρειάστηκε  να διανύσει μία τεράστια διαδρομή μέχρι να καταλάβει πως, από τη στιγμή που απέκτησε την τεχνική, το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να κοιτάξει στην παράδοση της χώρας της προκειμένου να βρει το μέσο που θα γέμιζει ξανά με κόσμο το εστιατόριο του πεθερού της. «Τώρα πια δεν υπάρχει ούτε ένα πιάτο στο μενού μας που δεν έχει σαν βασικό συστατικό κάποιο τοπικό προϊόν. Με αυτό τον τρόπο και στηρίζουμε την ντόπια παραγωγή αλλά και διατηρούμε την αυθεντικότητα του Hiša Franko».

Μέσα από χρόνια κοπιωδών προσπαθειών και σκληρής δουλειάς η φήμη αυτής της αυτοδημιούργητης, παθιασμένης, πεισμωμένης, ερωτευμένης γυναίκας που ήθελε να κάνει τα πάντα για να στηρίξει τον άντρα της ζωής της, έκανε τον γύρο του κόσμου και έφτασε τη φήμη του μικρού, απομονωμένου της εστιατορίου σε κάθε μεριά του κόσμου. Στο τέλος, έφερε πίσω και την εκτίμηση των γονιών της που πριν μερικά χρόνιααποκατέστησαν τις σχέσεις τους μαζί της, αναγνωρίζοντας το λάθος τους. 

Ακούγοντας κανείς την Άνα Ρος να μιλάει για την απρόσμενη καριέρα και την επιτυχία της, γνωρίζοντας πως στη Σλοβενία δεν υπάρχει οδηγός αστεριών Michelin και πως γι’αυτό το λόγο η σπουδαία σεφ δεν θα λάβει ποτέ μία τέτοια διάκριση, καταλαβαίνει πως ούτε που τη νοιάζει. «Το μπράβο του πατέρα μου ήταν για μένα, στο τέλος της μέρας, το πιο μεγάλο βραβείο».

Η γυναίκα που άλλαξε την ιστορία της γαστρονομίας σε ολόκληρη την Σλοβενία και έκανε όλη τη χώρα να στρέψει για πρώτη φορά το βλέμμα της προς την κουζίνα υψηλών προδιαγραφών.

«’Οταν είσαι μικρό παιδί οι γονείς σου είναι η πρώτη, μεγάλη σου αγάπη. Αυτή η σιωπή από μέρους του με πόναγε, με πόναγε βαθιά. Ήθελα να του αποδείξω ότι μπορώ να γίνω ακόμα σπουδαία. Αλλά με τον τρόπο που εγώ θα επιλέξω».

«Τώρα πια δεν υπάρχει ούτε ένα πιάτο στο μενού μας που δεν έχει σαν βασικό συστατικό κάποιο τοπικό προϊόν».

[womantoc.gr]

«Νίκησα τον Χάρο, έχω γενέθλια, είμαι 2 ετών»: Όλοι υποκλίνονται στη Δώρα Χρυσικού, τα δάκρυα & το φιλί στον σύντροφό της

Tι ψωνίζαμε το 1978 με 1.150 δρχ, δηλαδή 3,5 ευρώ: Η απόδειξη σε δραχμές που θυμίζει πώς ζούσαμε τότε και πώς τώρα